Ρουτίνα: (1) συνήθης και μηχανικός τρόπος ενέργειας, η στερεοτυπική επανάληψη των ίδιων πραγμάτων / (2) (η γενική ρουτίνας, ως χαρακτηρισμός για πράξεις, δραστηριότητες) αυτός που τον έχει συνηθίσει κανείς, που δεν αποτελεί κάτι το ιδιαίτερο / (3) η έλλειψη πρωτοτυπίας στο χώρο της ατομικής και κοινωνικής ζωής / (4) (πληροφορική) απλή υπολογιστική διαδικασία
(Μπαμπινιώτης Γ. (1998) Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, σ. 1573)
Η ρουτίνα έχει συνδεθεί με αρνητικές έννοιες. Την ανία, την έλλειψη πρωτοτυπίας, την προβλεψιμότητα και την επανάληψη. Αντιθέτως,
Το project «Ποιότητα Ζωής» δεν είναι καινούριο. Μέσα από την άσκηση και διδασκαλία πολεμικών τεχνών, την εφαρμογή καλών συνηθειών, τη μελέτη του εαυτού μου και των γύρω μου, καθώς και την έρευνα γνωστικών αντικειμένων που θεωρώ ενδιαφέροντα, οδηγήθηκα στο παρόν συλλογικό project. Μαθητές, εκπαιδευόμενοι, συνεργάτες, φίλοι και η οικογένειά μου έχουν συμβάλει, με κάποιο τρόπο, για την υλοποίηση του.
