Ένας σκοτεινός δρόμος
Κατά 50% αυξήθηκαν τα περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας στην Ελλάδα, ενώ και η εφηβική βία έχει αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια. Τα πιο πρόσφατα περιστατικά καταδεικνύουν ότι συνολικά τα φαινόμενα της βίας αυξάνονται ραγδαία σε ένταση και έκταση. Βία κατά των γυναικών, κατά ανηλίκων, κατά ανδρών, οπαδική βία, δολοφονίες, βιασμοί…
Όλα αυτά αν τα δούμε αποσπασματικά αναδεικνύουν ένα μικρό κομμάτι του φαινομένου. Και τούτο γιατί η βία είναι κάτι μεγαλύτερο. Όποιος ισχυρίζεται ότι γνωρίζει τι σημαίνει βία, μάλλον δεν έχει υπόψη του τα πολλά της πρόσωπα. «Μήπως όμως η κουλτούρα της βίας αποτελεί ένα σύμπτωμα;» Εξετάζοντας το φαινόμενο με μια πρώτη ματιά καταλήγουμε στα αυτονόητα: έλλειψη παιδείας, απώλεια οράματος, γκρέμισμα των ονείρων ιδιαίτερα στους νέους, φτωχοποίηση των πολιτών και αποστέρηση των πνευματικών και των αναγκαίων υλικών αγαθών διαβίωσης. Από την άλλη κυριαρχούν ο αθέμιτος πλουτισμός, συγκέντρωση της δύναμης και του πλούτου σε λίγους, η επιβολή των πολυεθνικών στα κράτη, τα παιχνίδια εξουσίας, η μη απονομή δικαιοσύνης και η ανισότητα εν γένει. Οι αριθμοί ευημερούν, οι άνθρωποι υποφέρουν. Γνωστή η ρήση. Μπορεί η βία να μην κάνει διακρίσεις όταν δείχνει το άσχημο πρόσωπό της, ωστόσο, όπως λέει ένας καλός φίλος «το πρόβλημα είναι ταξικό». Και τούτο καθώς πλήττει περισσότερο και με μεγαλύτερη ένταση εκείνους που βρίσκονται σε δυσμενέστερη κοινωνική και οικονομική κατάσταση.
Βία χωρίς σύνορα
«Είναι όμως ένα φαινόμενο που διακρίνουμε την αύξησή του στην Ελλάδα ή και αλλού;» Αν και είναι μια εύλογη απορία, δεν θα εστιαστούμε στην σύγκριση. Ωστόσο, επειδή με ενδιαφέρει να παρατηρώ τις εξελίξεις σε παγκόσμια κλίμακα, θα έλεγα ότι τα φαινόμενα βίας δεν περιορίζονται μόνο σε ατομικό και κοινωνικό επίπεδο, αλλά επεκτείνονται και σε επίπεδο κρατών και διεθνών «συμμαχιών». Η βία είναι διακρατική και συνήθως διεξάγεται με οικονομικούς όρους ισχύος, ή με τη διπλωματία της δύναμης και αρκετά συχνά, δυστυχώς, στο πεδίο της μάχης. Πόλεμοι, αντίπαλοι, πρόσφυγες, θύματα και θύτες, χειραγώγηση και προπαγάνδα, αποτελούν εκφάνσεις της βίας, αλλά ταυτόχρονα εισχωρούν στις αντιλήψεις και στον τρόπο σκέψης μας. Και ερωτόμαστε ως πολίτες για να πάρουμε θέση. «Με τους Ρώσους ή με τους Ουκρανούς;», «Με το Ισραήλ ή με την Παλαιστίνη;», «Με τον έναν ή με τον άλλον;» Πολεμικοί ανταποκριτές μεταδίδουν σε πρώτο χρόνο τα γεγονότα, με θεαματικό μάλιστα τρόπο. Η τηλεόραση κυρίως, έχει βάλει την βία ως κάτι φυσικό στο σπίτι μας. Και σε αυτό το πνεύμα ξεχνάμε ότι ο κόσμος δεν είναι δύο άκρα. Η ειρήνη δεν συζητιέται παρά μόνο αν παραδοθεί άνευ όρων ο «κακός» (που σίγουρα είναι ο αντίπαλος) και δεν θίγονται συγκεκριμένα συμφέροντα, κυρίως πολυεθνικών κολοσσών. Σε αυτό το σκηνικό, η βιομηχανία του πολέμου εκτοξεύει τα κέρδη της.
Ταυτόχρονα, ο καθένας παρουσιάζει τον απέναντι ως τον «απόλυτο κακό» και τον αποπροσωποποιεί. Δεν είναι άνθρωπος αλλά ένας απρόσωπος αντίπαλος χωρίς καρδιά, ηθική, οικογένεια ή πολιτισμό. Έτσι, αν ο εχθρός δεν έχει πρόσωπο, τον σκοτώνουμε χωρίς ενοχές και αναστολές και η πράξη «καθαγιάζεται». Στην ιστορία των πολέμων, η αποπροσωποποίηση του εχθρού αποτέλεσε και αποτελεί βασικό εργαλείο της βίας.
Η βία στην καθημερινότητα
Όλα αυτό το βίαιο και αιματηρό σκηνικό, αναζητά οπαδούς και ακολούθους. Τα ΜΜΕ φροντίζουν να καθιερώνουν την βία ως φυσικό φαινόμενο, απονευρώνοντας τον πολίτη νοητικά και συναισθηματικά. Με αυτό τον τρόπο εδραιώνουν τον φόβο και τον στρατολογούν πονηρά και σταθερά στην πλευρά που υποστηρίζεται από φανερά ή κρυμμένα κέντρα εξουσίας. Και φέρνουν αυτή την εικόνα μέσα στο σπίτι μας. Την βλέπουμε εμείς και τα παιδιά μας. Και κατόπιν αναρωτιόμαστε, γιατί η βία υπάρχει τόσο μέσα στο σπίτι όσο και έξω από αυτό; Από τη μια νάρκισσοι ηγέτες το παίζουν σωτήρες και παντοδύναμοι κυρίαρχοι και από την άλλη πρόθυμοι δημοσιογράφοι λιβανίζουν την εξουσία παραδίνοντας «μαθήματα» συμμόρφωσης στους πολίτες. Ας αναλογιστούμε ότι την δύναμη που αποκτούν, από την μια μεριά, τους την δίνουμε εμείς, ως πολίτες, ως καταναλωτές και ως θεατές. Από την άλλη εκβιαζόμαστε, ή χειραγωγούμαστε, για να εκχωρήσουμε την δύναμη που έχουμε ως πρόσωπα κι ως κοινωνία.
Επιπλέον, η βία δεν περιορίζεται μόνο στον πόλεμο και στις εύκολα αναγνωρίσιμες εκφάνσεις της. Η βία εκφράζεται και με την επιβολή πολιτικών που φτωχοποιούν τον πολίτη και του στερούν βασικά ανθρώπινα δικαιώματα: την αξιοπρεπή διαβίωση, το δικαίωμα στην εργασία, τη δημοκρατία, την παιδεία, την υγεία, τη δικαιοσύνη. Όλες οι παραπάνω δεν είναι απλά θεωρητικές έννοιες που μας πιπιλίζουν στον «ξύλινο» λόγο τους οι πολιτικοί. Αποτελούν θεμελιώδεις προϋποθέσεις για την δημοκρατική λειτουργία μιας κοινωνίας.
Ταυτόχρονα, όλα τα μέσα πολιορκούν το μυαλό μας με διαφημίσεις, επιβάλλοντας έναν ονειρικό κόσμο με απεριόριστες ευκολίες. Με αυτόν τον τρόπο παραμορφώνουν την πραγματικότητα ακόμα και αν λείπουν τα βασικά για την επιβίωση. Για παράδειγμα, το κινητό τελευταίας τεχνολογίας κρίνεται απαραίτητο, ακόμα κι αν δεν υπάρχει ψωμί στο τραπέζι. Γιατί, αν το παιδί δεν έχει το πιο πρόσφατο τεχνολογικό gadget, ή δεν διαθέτει ρούχα ή παπούτσια «μάρκας» κινδυνεύει να περιθωριοποιηθεί και να απομονωθεί από τις παρέες του.
Από την άλλη, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, τα μουσικά ακούσματα και οι παρέες, συχνά λειτουργούν ως μηχανισμοί «επιμόρφωσης» και πίεσης. Εισάγουν τα παιδιά στη λογική της άμεσης ικανοποίησης των απαιτήσεων και επιθυμιών τους και του δικαιωματισμού. Ταυτόχρονα, αποδομούν και ισοπεδώνουν την ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο τόσο σε προσωπικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο. Η μάχη για τις θεμελιώδεις ανάγκες και την ουσία της ζωής δείχνει να χάνεται, καθώς η βία από τη μια και η «εικόνα» από την άλλη, γίνονται ο απόλυτος αντίπαλος. Η ερώτηση είναι: «Θα αντισταθούμε και πώς;»
Στο άρθρο της ερχόμενης εβδομάδας, εξετάζω τη σημασία της κριτικής σκέψης στην αξιολόγηση όσων μεταφέρονται ως ειδήσεις ή προωθούνται ως δεδομένα από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και το διαδίκτυο. Επιπλέον, δίνω ένα πρακτικό εργαλείο κριτικής αξιολόγησης όσων βλέπουμε και ακούμε. Μην το χάσετε…
Με αγάπη
Θανάσης Παπαναστασίου
