17 Μαΐου 2020. Πάνε πέντε χρόνια… Η απώλεια του πατέρα μου, αποτέλεσε ένα σημείο καμπής που άλλαξε ριζικά τον τρόπο που βλέπω τον εαυτό μου και τη ζωή. Λειτούργησε ως καταλύτης και σηματοδότησε για μένα την αρχή μιας εσωτερικής διαδρομής αναζήτησης νοήματος και συγχώρεσης. Έφυγε ήσυχα, αλλά άφησε έντονο το αποτύπωμα της παρουσίας του σε μένα και στους ανθρώπους που αγγίζω, ακόμα κι αν δεν το γνωρίζουν.
Δεν είπαμε όλα όσα θα θέλαμε και δεν ακούστηκαν αποχαιρετισμοί ή συγγνώμες. Η συμφιλίωση ήρθε αργότερα. Όταν σταμάτησα να βλέπω έναν «τέλειο» πατέρα, άρχισα να συγχωρώ τις ατέλειές του. Και μέσα σε αυτές, ανακάλυψα το μεγαλείο της ψυχής του και συνειδητοποίησα τον αγώνα του. Τότε ήταν που άρχισα να βλέπω πιο καθαρά πόσο του μοιάζω.
Σήμερα, νοιώθω την ανάγκη να δίνω χώρο στο θυμό που κρατούσα μέσα μου. Έχω συγχωρέσει και γνωρίζω ότι κι ο πατέρας μου έκανε το ίδιο. Αυτή είναι η δική μας συμφιλίωση.
Με τον καιρό, άρχισα να βλέπω καθαρότερα ποιος ήταν. Ήταν ο άνθρωπος που είχα ως πρότυπο στη ζωή μου. Σταθερός, ακέραιος, τίμιος, δίκαιος. Ένας άνθρωπος που προτιμούσε να ζημιωθεί, παρά να αθετήσει τον λόγο του. Ωστόσο, δεν εξέφραζε τα συναισθήματά του εύκολα, κάτι που το θυμάμαι έντονα από τα παιδικά μου χρόνια.
Είχε μείνει ορφανός από τα επτά του και μεγάλωσε στα χρόνια της κατοχής και του εμφυλίου. Οπότε, έμαθε να κρατάει για τον εαυτό του το φόβο, τη στεναχώρια και την αμφιβολία και να παραμένει δυνατός μπροστά στα δύσκολα. Όμως όσο και αν τον θαύμαζα, δεν μου ήταν εύκολο να τον πλησιάσω. Να του μιλήσω ελεύθερα, σαν γιός προς τον πατέρα του. Αυτό το χάσμα, μας ακολουθούσε και στην ενήλικη ζωή μου. Και επηρέασε βαθιά τον τρόπο με τον οποίο σχετιζόμουν με τους άλλους.
Αν και θα ήθελα να μιλάμε περισσότερο, συχνά οι συζητήσεις μας κατέληγαν σε διαφωνία και σύγκρουση. Με αφορμή συνήθως κάτι ασήμαντο, βρισκόμουν «απέναντί» του για θέματα επουσιώδη. Έπρεπε να περάσουν πολλά χρόνια για να καταλάβω ότι το μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης ήταν δικό μου. Έλλειψη ανοχής και κατανόησης. Αδυναμία να δεχτώ ότι υπάρχει κι άλλη άποψη εκτός από τη δική μου. Επιπρόσθετα, είχε δίκιο σε πολλά από όσα έλεγε. Ίσως δεν είχε πάντα τον τρόπο να τα επικοινωνήσει, αλλά είχε αγάπη, σοφία και καλή πρόθεση. Αρκετά αργότερα κατάλαβα ότι οι συγκρούσεις μας, έκρυβαν ανάγκες που δεν εκφράστηκαν ποτέ ανοικτά.
Τα τελευταία τρία χρόνια της ζωής του ήταν γεμάτα προκλήσεις. Θυμάμαι να οδηγώ από τη Θεσσαλονίκη στην γενέτειρά μου, καθώς μάθαινα από τη μητέρα μου ότι δεν ήταν καλά. Όταν έφτανα, συχνά βρισκόταν στο νοσοκομείο, χωρίς να έχει τις αισθήσεις του. Όμως κατάφερνε να ανακάμψει, λες και κορόιδευε τον θάνατο ξεγλιστρώντας του. Η χαρά του ήταν απερίγραπτη όταν συνερχόταν και με έβλεπε δίπλα του. Σε κείνες τις στιγμές άλλαξε η δική μου στάση. Ήρθα κοντά του και μάθαινα να είμαι παρών.
Είχε απαγόρευση μετακίνησης λόγω του εγκλεισμού (covid) όταν άρχισε και πάλι να καταβάλλεται. Κάναμε μια βιντεο-κλήση και τον είδα να στρέφει το πρόσωπό του για μην δω τα δάκρυά του. Δεν μπορούσε καλά-καλά να μιλήσει, αλλά με περίμενε. Του είχα υποσχεθεί ότι θα πάω να τον δω στις 18 Μαΐου, αλλά κάτι μου «φώναζε» ότι δεν θα προλάβω.
Παρά την απαγόρευση ξεκίνησα και τελικά έφτασα στο πατρικό μου. Η μάνα μου τον φρόντιζε με αμέριστη αγάπη και υπομονή. Ωστόσο, η κούραση την είχε καταβάλει και διέκρινα στα μάτια της θλίψη και ανησυχία. Ο πατέρας μου ίσα που με είδε. Δεν μπορούσε να μιλήσει. Κάθισα δίπλα του σαν παιδάκι και του κρατούσα το χέρι. Μέσα στη σιωπή ξεπηδούσαν στο μυαλό μου όλα εκείνα που δεν είπαμε ποτέ.
Όταν τον αντίκρυσα σε αυτή την κατάσταση, κατάλαβα πόσο εύθραυστος ήταν ο άνθρωπος, πίσω από την εικόνα που είχα χτίσει μέσα μου. Ταυτόχρονα, συνειδητοποίησα πόσο κλειστός ήμουν. Σαν τον πατέρα μου. Κρατούσα τα συναισθήματά μου, λες και μαρτυρούσαν στους άλλους την αδυναμία και την αμφιβολία μου. Όμως, η άρνηση της αδυναμίας δεν εκφράζει δύναμη. Απλά κρύβει το φόβο.
Διαισθανόμουν ότι για τον πατέρα μου φτάνει το τέλος. Τον συνόδεψα στο νοσοκομείο με το ασθενοφόρο και κάθισα δίπλα του και πάλι. Το ίδιο βράδυ οι ανάσες του γίνονταν όλο και πιο ρηχές, μέχρι που χάθηκαν. Ο γιατρός είπε απλά, «ο πατέρα σας έφυγε». Έπιασα τα χέρια του. Ήταν ζεστά και ένοιωθα ακόμα την παρουσία του. Αρκετά αργότερα, συνειδητοποίησα το οριστικό του αποχωρισμού.
Στην κηδεία του, παρόλο που ήταν ιδιαίτερα αγαπητός και σεβαστός, ο κόσμος ήταν λιγοστός λόγω των απαγορεύσεων του covid. Ήταν όμως εκεί η οικογένειά μου, τα αδέρφια και η μάνα μου. Κι αυτό αρκούσε. Ένοιωσα ότι έχασα τον άνθρωπο στον οποίο ήθελα από παιδί να μοιάσω. Του οφείλω σε μεγάλο βαθμό το ποιος είμαι σήμερα και του είμαι ευγνώμων για το δώρο της ζωής. Αν μετανιώνω για κάτι είναι για τις συζητήσεις που δεν κάναμε, τις ανώφελες διαφωνίες μας και τον χρόνο που δεν περάσαμε μαζί.
Μετά την απώλειά του, δεν ήμουν πια ο ίδιος. Συνειδητοποίησα κάποια βαθύτερα στοιχεία του εαυτού μου. Κατάλαβα ότι το να κρατώ αποστάσεις μπορεί να φαίνεται απαραίτητο ορισμένες φορές για να προστατεύω τον εαυτό μου, αλλά στην ουσία χτίζω τείχη που με απομονώνουν. Με αποκόπτουν από τη δυνατότητα να δώσω και να πάρω αγάπη. Ταυτόχρονα, μέσα σε αυτά τα τείχη, ο φόβος και η αμφιβολία παραμένουν.
Δεν χρειάζεται πια να κρύβομαι από όσους είναι δίπλα μου. Είναι δίκαιο γι’ αυτούς και λυτρωτικό για μένα να με γνωρίζουν ολόκληρο. Με τις δυνάμεις και τις αδυναμίες μου, τις ελλείψεις και τις υπερβολές μου. Η απώλεια όσο επώδυνη και να ήταν, σταδιακά με ελευθέρωσε.
Ο πατέρας μου δεν γυρίζει πίσω και μου λείπει. Βέβαια ο χρόνος έχει πάρει το βάρος της απώλειας και το έχει αντικαταστήσει με μια γλυκιά ανάμνηση. Θα ήθελα τη γνώμη του για όσα με απασχολούν. Άσχετα αν θα συμφωνούσα ή όχι. Θα τον άκουγα και θα συλλογιζόμουν πάνω σε αυτά που θα μοιραζόταν μαζί μου. Αν ζούσε, θα φρόντιζα να τον επισκέπτομαι πιο συχνά.
Μετά την απώλειά του συνειδητοποίησα επίσης, κάτι σημαντικό. Τον χρόνο που δεν του έδωσα, έχω την ευκαιρία να τον προσφέρω στους ανθρώπους που αγαπώ. Χρόνο που να συνοδεύεται από υπομονή, αγάπη και φροντίδα. Και ταυτόχρονα, να φροντίζω εμένα τον ίδιο και την ψυχή μου.
Πέντε χρόνια μετά, κρατώ ζωντανή τη φωνή του πατέρα μου. Κάθε φορά που διστάζω, παίρνω δύναμη από τη σταθερότητα και την ακεραιότητά του. Για αυτό σήμερα θέλω να μοιραστώ μαζί σου το εξής. Αν έχεις τους γονείς σου ή αν έχεις οικογένεια, μην ξεχνάς να επικοινωνείς και να βρίσκεσαι μαζί τους, όταν μπορείς. Χωρίς ενοχές για το χρόνο που έφυγε. Η ενοχή είναι ένας αδέξιος τρόπος να δείχνεις την αγάπη σου. Μη διστάζεις να ανοίξεις την καρδιά σου, να ακούσεις και να εκφραστείς χωρίς φόβο. Δεν θα τους έχεις για πάντα δίπλα σου.
Αν όμως δεν βρίσκονται κοντά σου, μη μείνεις στη θλίψη και την ενοχή. Ο χρόνος που μοιράστηκες μαζί τους με αγάπη και σεβασμό μετράει. Κράτα την ανάμνηση τους ζωντανή και δώσε το περίσσεμα της αγάπης σου, στους δικούς σου ανθρώπους. Και μην ξεχνάς να φροντίζεις κι εσένα τον ίδιο.
Με αγάπη
Θανάσης Παπαναστασίου
