Η υπόγεια συναλλακτική λογική
«Να κάνεις το καλό για να κάνουν και οι άλλοι σε σένα το καλό.» Είναι μια παραίνεση που συχνά άκουγα ως παιδί. Αθώα φράση που από τη μια ενθαρρύνει την καλοσύνη, αλλά από την άλλη υποκρύπτει έναν απώτερο στόχο: την ανταπόδοση. Αυτή η λογική θυμίζει περισσότερο μια σχέση συναλλαγής, όπου κάθε πράξη συνοδεύεται από την προσδοκία ανταμοιβής. Οπότε, το «κάνε το καλό και ρίχτο στο γιαλό», που λέει και ο θυμόσοφος λαός, μοιάζει να παραμερίζεται στην πράξη.
Το παράδοξο της «αόρατης συμφωνίας»
Παράλληλα, αυτή η λογική δημιουργεί ανεκπλήρωτες προσδοκίες, δηλαδή την αναμονή από τους άλλους να ανταποκριθούν, χωρίς απαραίτητα να είναι υποχρεωμένοι. Ας μεταφέρω μια παραστατική εικόνα. Φανταστείτε ότι βρισκόμαστε σε ένα συμβολαιογραφικό γραφείο για να υπογράψουμε σύμβαση με κάποιον άλλο. Η σύμβαση αυτή σχετίζεται με μια σειρά καλών πράξεων που θα κάνουμε για τον άλλον, οι οποίες όμως υποδηλώνουν την υποχρέωση του άλλου να ανταποκριθεί με τον ίδιο τρόπο. Αυτός ο άλλος όμως, δεν γνωρίζει τίποτα γι’ αυτήν. Υπογράφουμε μονομερώς και περιμένουμε να τηρηθεί η «σύμβαση» κι από την άλλη μεριά. Όμως, ο άλλος όχι μόνο δεν την έχει υπογράψει, αλλά δεν γνωρίζει καν την ύπαρξη αυτής της συμφωνίας. Ως εκ τούτου, δεν είναι υποχρεωμένος να τηρήσει τους όρους της. Δεν είναι επίσης υποχρεωμένος, να διαβάσει το μυαλό μας και να καταλάβει τι περιμένουμε από τον ίδιο. Εδώ αναδύεται το παράδοξο της στάσης μας. «Πώς προσδοκούμε από τον άλλον να τηρήσει αυτή την «αόρατη» συμφωνία;» Με την υπογραφή μας, πιστοποιούμε τη δική μας «καλή διαγωγή», αναμένοντας όμως ως αντάλλαγμα, το όφελος από τον άλλον. Εδώ τίθεται ένα εύλογο ερώτημα: «πόσο «καλοί» είμαστε πραγματικά, όταν η καλοσύνη μας εξαρτάται από την ανταπόδοση;»
Η επίπτωση της ανεκπλήρωτης προσδοκίας
Από την άλλη, η δική μας προσμονή ανταπόδοσης, μπορεί να δημιουργήσει σε εμάς την αίσθηση ότι αδικούμαστε, ότι δεν μας καταλαβαίνουν κι ότι ενώ δείχνουμε «ανωτερότητα» και καλοσύνη, δεν βλέπουμε το ίδιο από τους άλλους. Έτσι, εύκολα περνάμε στην άλλη πλευρά και δηλώνουμε πληγωμένοι ακόμα και θυμωμένοι για τη στάση των άλλων. Οπότε, αυτές οι ανεκπλήρωτες προσδοκίες επηρεάζουν την ψυχολογία μας. Η ματαίωση συχνά οδηγεί στην απογοήτευση, στην πικρία, στον θυμό ακόμα και στον κυνισμό. Αμφισβητούμε έτσι τις ηθικές μας αξίες και αφήνουμε την καλοσύνη να χάσει τη δύναμή της.
Το αντίδοτο
«Ποιο μπορεί να είναι το αντίδοτο σε αυτή την κατάσταση;» Για να ξεπεράσουμε αυτή τη νοοτροπία προτείνω δύο διεξόδους:
- Αρχικά, να σταματήσουμε να συντάσσουμε μονομερώς, «αόρατα» συμβόλαια καλή συναλλακτικής σχέσης με τους άλλους, με τη λογική ότι οι άλλοι θα το καταλάβουν και θα ανταποκριθούν. Εφόσον θέλουμε, μπορούμε να κάνουμε το αγαθό, χωρίς την προσμονή της ανταπόδοσης. Η απελευθέρωση από τις προσδοκίες μπορεί να ενισχύσει την ψυχική μας υγεία, βελτιώνοντας την ποιότητα της ζωής μας. Παράλληλα, οι πράξεις προσφοράς, εφόσον δεν ενέχουν την προσμονή της ανταποδοτικότητας, συνδέονται με ανώτερες ηθικές αξίες. Αυτό μας απελευθερώνει και μας καθιστά περισσότερο ξεκάθαρους στις σχέσεις μας. Μας υπενθυμίζει πως η καλοσύνη ως αρετή, είναι ανιδιοτελής. Συνεπώς, δεν μπορεί να εξαρτάται από την ανταπόδοση του άλλου. Η καλοσύνη είναι αυτοτελής και αντλεί την αξία της από την πράξη καθαυτή, ανεξάρτητα από το αν θα αναγνωριστεί ή όχι.
- Από την άλλη, αν όντως αναμένουμε κάτι από τους άλλους, είναι περισσότερο τίμιο, πρακτικό και ρεαλιστικό να το διατυπώσουμε, χωρίς να περιμένουμε να το μαντέψουν. Έτσι αποφεύγουμε παρεξηγήσεις και απογοητεύσεις και κερδίζουμε χρόνο. Ακόμα κι αν η απάντηση είναι αρνητική, την γνωρίζουμε και μπορούμε να καθορίσουμε τις επιλογές και τη στάση μας.
Η δύναμη του παραδείγματος
Αναμφίβολα, η στάση «κάνε το καλό και ρίχτο στο γιαλό», αν και έχει προσωπική χροιά, έχει βαθιά επίδραση στην κοινωνία. Η δύναμη του παραδείγματος αλτρουιστικής συμπεριφοράς εμπνέει και λειτουργεί ως καταλύτης στην κοινωνία. Δεν είμαι αιθεροβάμων και κατανοώ ότι δεν εκτιμάται από όλους. Συχνά μάλιστα, περνά απαρατήρητη, μπορεί ακόμα να είναι παρεξηγήσιμη. Γνωρίζω όμως ότι μακροπρόθεσμα έχει αντίκτυπο και καλυτερεύει τον κόσμο. Κι αυτό γιατί ο δότης, μέσα από πράξεις καλοσύνης, καλλιεργεί την ταπεινότητα, τη γενναιοδωρία, την ενσυναίσθηση και τη συμπόνοια. Για τον ίδιο το όφελος είναι η εσωτερική πληρότητα και η χαρά. Οφέλη τα οποία δεν συνδέονται με την ανταπόδοση της καλοσύνης αλλά από καθαυτή την πράξη. Ο δέκτης, από την άλλη, ακόμα κι αν δεν εκτιμήσει άμεσα το καλό, μπορεί να αφυπνιστεί και να εμπνευστεί. Μπορεί και όχι. Η δική του στάση όμως δεν μας αφορά. Ανεξάρτητα από την ανταπόκριση, πιστεύω βαθιά ότι η πράξεις καλοσύνης εκτός από τον άμεσο θετικό τους αντίκτυπο, έχουν τη δύναμη να εμπνέουν και να παρακινούν ως ζωντανά παραδείγματα τους ανθρώπους προς το καλό.
Συμπερασματικά, η καλοσύνη δεν εξαρτάται από το πώς επιλέγουν να λειτουργούν οι άλλοι. Αντίθετα, όταν την αποσυνδέουμε από την προσμονή ανταπόδοσης και είναι αυθεντική και αληθινή αποκτά την δύναμη να αλλάξει το κόσμο.
Με αγάπη
Θανάσης Παπαναστασίου
