Όμως, οι στρατηγικές που μας βοηθούν σε μια περίοδο της ζωής μας, δεν συνεχίζουν πάντα να μας υπηρετούν και στις επόμενες. Αυτό που κάποτε αποτελούσε προστασία, μπορεί σήμερα να είναι περιορισμός. Ίσως γι’ αυτό ξεκίνησα να εξασκώ πολεμικές τέχνες. Χρειάστηκαν χρόνια για να καταλάβω ότι ήταν κάτι που είχα μάθει κι όχι κάτι που με χαρακτήριζε ανεξίτηλα.
Υπάρχει κάτι που δεν είπα. Κάτι που ξέρεις ήδη. Πίσω από κάθε ταμπέλα «έτσι είμαι» υπάρχει κάτι που προτιμάς να μην κοιτάς κατάματα. Το «έτσι είμαι» είναι ταυτόχρονα φυλακή και ασπίδα. Μας φυλακίζει στο γνώριμο και στο αμετάβλητο, γιατί δεν χρειάζεται να αλλάξουμε κάτι που το έχουμε αποδεχτεί ως αναπόσπαστο κομμάτι μας.
Είναι όμως και ασπίδα, γιατί κάποτε μας έχει προσφέρει προστασία. Και όσο βαριά και ανεπίκαιρη κι αν είναι, δεν λέμε να την αφήσουμε κάτω. Το ερώτημα λοιπόν είναι δύσκολο να απαντηθεί, γιατί απαιτεί ειλικρίνεια και στροφή προς τα μέσα για να πάρουμε την απάντηση. Τι ακριβώς κερδίζω αν παραμείνω όπως είμαι;
Μπορεί να κερδίζω ασφάλεια. Αν δεν δοκιμαστώ, δεν θα αποτύχω. Κι αυτό προστατεύει την εικόνα που έχω για τον εαυτό μου. Μπορεί να κερδίζω το γνώριμο: αν δεν αλλάζω, είμαι προβλέψιμος πρώτα για μένα τον ίδιο. Κι αν είμαι προβλέψιμος για μένα, γίνομαι προβλέψιμος και για τους γύρω μου.
Αν αλλάξω, μεταβάλλεται η ισορροπία. Και αυτό ενοχλεί. Δημιουργεί ανασφάλεια στους άλλους. Οπότε, θα σπεύσουν να με τραβήξουν πίσω. Να «συνετιστώ». Να ξαναγίνω αυτός που ήμουν. Αν η παρέα μου πίνει και σταματήσω να πίνω, χάνεται αυτό που μας συνέδεε. Είναι πιο εύκολο για αυτούς να προσπαθήσουν να με πείσουν να γυρίσω στις παλιές συνήθειες, παρά να αλλάξουν εκείνοι.
Άρα, την ταμπέλα την προσυπογράφουν οι γύρω μου. Φίλοι, συνάδελφοι, συγγενείς. Κυρίως η οικογένειά μου, καθώς έχει τη μακρύτερη μνήμη για το ποιος «είμαι». Η αλλαγή δεν γίνεται στο κενό. Έχει τριβή, βάρος και ιστορία. Και για να αλλάξει η ιστορία, δεν αρκεί μόνο να το υποστηρίξω στα λόγια. Χρειάζεται να αντέξω την τριβή όλων όσων προτιμούν την παλιά μου έκδοση.
Ωστόσο, κάποια στιγμή η ταμπέλα παύει να είναι αυτό που λένε οι άλλοι για μένα. Την κάνω δική μου και συμπεριφέρομαι σύμφωνα με αυτήν. Έτσι η ταμπέλα μετατρέπεται σε μάσκα, που την φορώ εγώ ο ίδιος, για να ικανοποιώ τις προσδοκίες των άλλων, να κερδίζω την αναγνώρισή τους, και να νιώθω ότι ανήκω.
Αν θέλω να εξελιχθώ χρειάζεται να αλλάξω οπτική. Να πάψω να βλέπω τον εαυτό μου ως παθητικό υποκείμενο και να τον βλέπω ως ενεργητικό δρώντα. Αυτό ξεκινά από τον λόγο. Την απλή, αλλά όχι εύκολη, πράξη της ενεργητικής έκφρασης.
Το «είμαι νευρικός», «είμαι αγχώδης» ή γενικότερα όλα τα «έτσι είμαι», μοιάζουν με διάγνωση. Αν τα εκφράσουμε ενεργητικά μπορούν να γίνουν: «εκνευρίζομαι όταν με αγνοούν», «αγχώνομαι όταν συγκρούομαι». Η διαφορά δεν είναι μόνο γλωσσολογική. Είναι η διαφορά ανάμεσα σε αυτό που είμαι και σε αυτό που κάνω. Και αυτό που κάνω, μπορώ να το αλλάξω.
Πίσω από κάθε «έτσι είμαι» κρύβεται κάτι βαθύτερο: ο φόβος. Το προφανές είναι ο φόβος της αποτυχίας. Όχι όμως μόνο αυτός. Υπάρχει και ο φόβος της επιτυχίας που φέρνει νέες απαιτήσεις. Ο φόβος να χάσεις ανθρώπους που θέλουν να παραμείνεις όπως είσαι. Ο φόβος να γίνεις κάποιος άλλος. Ο φόβος να μην αναγνωρίζεις πλέον τον εαυτό σου. Χρειάζεται λοιπόν να δούμε πίσω από τις λέξεις και να αναρωτηθούμε: Πώς έμαθα να είμαι έτσι; Σε ποιες σχέσεις με συμφέρει να παραμείνω ο ίδιος;
Τις μάσκες τις φοράμε για να κρύψουμε τον εαυτό μας από τους άλλους. Κάτω από αυτές κρύβεται η βαθιά μας ανάγκη να μην μείνουμε μόνοι, να γίνουμε αποδεκτοί, να μας προσέχουν, να μας αγαπούν. Αξίζει όμως να αναρωτηθούμε: ποιοι απομακρύνονται όταν δείχνουμε τον πραγματικό μας εαυτό;
Σκοπός της απάντησης δεν είναι να κατηγορήσουμε. Η απάντηση αποτελεί πληροφορία. Μας λέει ποιοι μας θέλουν ακριβώς όπως είμαστε. Και ποιοι μας θέλουν βολικά αμετάβλητους και γνώριμους. Ίσως, τελικά, το να μένουμε μόνο με όσους μας βλέπουν και μας δέχονται όπως είμαστε, χωρίς μάσκες, δεν είναι και τόσο ανεπιθύμητο.
Από την άλλη, μας πληροφορεί για τι είμαστε ικανοί και ποιοι είναι οι περιορισμοί μας. Και αναδεικνύει την ευθύνη μας. Ευθύνη που είναι δική μας, αλλά όχι για όλα. Για όσα μπορούμε και για όσα μας αναλογούν. Κι αυτό δεν το λέω για να αισθανθούμε ενοχή. Κάθε άλλο. Η συνειδητοποίηση της δικής μας ευθύνης, μας ελευθερώνει. Γιατί, αν η αλλαγή εξαρτάται από εμάς, τότε είναι εφικτή.
Αυτό είναι κάτι που βίωσα κι εγώ. Δεν έπαψα να δυσκολεύομαι με τις συγκρούσεις. Συχνά, μάλιστα, τις φοβάμαι. Όμως, μέσα από τις πολεμικές τέχνες εξασκήθηκα να τις αντιμετωπίζω παρά τον φόβο μου. Συνεχίζω, ωστόσο, να αναρωτιέμαι: τι άλλο κρύβω πίσω από το «έτσι είμαι»;
Το ερώτημα παραμένει ανοικτό για μένα, ίσως και για σένα. Μερικές φορές δεν έχουμε τα εργαλεία, την αντοχή ή τον χώρο για να αλλάξουμε. Κι αυτό είναι ανθρώπινο. Μπορούμε, όμως, να παρατηρήσουμε και να αναρωτηθούμε: που βρισκόμαστε τώρα; Η ερώτηση δεν είναι αν μπορούμε να φτάσουμε στο τέρμα. Είναι αν είμαστε έτοιμοι να κάνουμε το επόμενο βήμα με τον ρυθμό που αντέχουμε.
Με αγάπη
Θανάσης Παπαναστασίου
