Γνωρίζουμε πρώτα έναν άνθρωπο και ύστερα τον αγαπάμε ή χρειάζεται να τον αγαπήσουμε εξ αρχής, για να μπορέσουμε πραγματικά να τον γνωρίσουμε;
Αυτή η ερώτηση δεν με είχε προβληματίσει στο παρελθόν. Για μένα ήταν σχεδόν αυτονόητο να είμαι ανοικτός και να νιώθω συμπάθεια, για να μην πω αγάπη, για κάθε άνθρωπο που γνώριζα. Μάλιστα, αυτό είναι ένα από τα βασικά μου χαρακτηριστικά ως εκπαιδευτή: η εξ αρχής αποδοχή και αγάπη των μαθητών.
Κάποτε, όμως, μου έθεσε αυτό το ερώτημα ένας μαθητής και φίλος. Στη συζήτησή μας, είχε πολύ στέρεα και λογικά επιχειρήματα για το γιατί όφειλα να έχω μια περισσότερο προσεκτική στάση. Διαφορετικά, κινδύνευα να γίνομαι εύκολος στόχος όσων θεωρούν δεδομένη τη διαθεσιμότητά μου. Ο χρόνος, η ενέργεια αλλά και η προσοχή μου δεν είναι άπειρες. Και σοφά έλεγε ο φίλος μου ότι χρειάζεται να γίνεται συνετή χρήση τους.
Εκεί άρχισα να αναρωτιέμαι ποια είναι τελικά η σχέση της σύνεσης, της επιφυλακτικότητας και της αγάπης. Η σύνεση δεν μας ζητά να δυσπιστούμε απέναντι στους ανθρώπους. Μας ζητά να μη δίνουμε άκριτα την εμπιστοσύνη μας και να μην εξιδανικεύουμε. Να ζυγίζουμε και να κατανοούμε χωρίς βιασύνη.
Η επιφυλακτικότητα, από την άλλη, μπορεί να είναι μια έκφραση της σύνεσης, χωρίς όμως να ταυτίζεται μαζί της. Είναι συχνά ένα αναγκαίο τείχος προστασίας, αρκεί να μη γίνει ένας μόνιμος τρόπος να βλέπουμε τους άλλους ανθρώπους. Άλλωστε, μπορούμε να εμπιστευόμαστε χωρίς να κλείνουμε τα μάτια μας.
Όταν παρατηρούμε, βλέπουμε συμπεριφορές, αδυναμίες και πιθανόν τις προθέσεις του άλλου. Και κάποιες φορές αυτό ακριβώς χρειαζόμαστε. Χρειάζεται επιφυλακτικότητα με μέτρο για να παρατηρήσουμε και σύνεση για να επιλέγουμε πού θα δώσουμε την προσοχή και το χρόνο μας. Ο φίλος μου έθεσε ένα ερώτημα που δεν μπόρεσα να απαντήσω τότε με επαρκή επιχειρήματα. Αυτό προσπαθώ να κάνω τώρα, αναλογιζόμενος τη δική μου στάση.
Όσο αναγκαία και αν είναι η επιφυλακτικότητα, δεν αρκεί για να γνωρίσουμε ουσιαστικά έναν άνθρωπο. Μας προφυλάσσει από τις κακοτοπιές, αλλά ταυτόχρονα διατηρεί αποστάσεις. Ωστόσο, ακόμη και ως μέθοδος κατανόησης έχει τους περιορισμούς της. Συχνά παρατηρούμε καλύτερα από «κοντά». Εντοπίζουμε ευκολότερα συμπεριφορές, αδυναμίες και με τον χρόνο καταλαβαίνουμε καλύτερα τις προθέσεις του άλλου. Η υπερβολική επιφυλακτικότητα μπορεί να μας στερήσει αυτή τη δυνατότητα.
Δεν χρειάζεται, βέβαια, να παραιτηθούμε από την κρίση μας, ούτε να παραβλέπουμε προθέσεις και πράξεις. Χρειάζεται, όμως, να αντιστεκόμαστε στην ανάγκη μας να κατατάξουμε βιαστικά και να κλείσουμε την πόρτα σε έναν άνθρωπο πριν καν τον γνωρίσουμε. Αν παραμείνουμε «κοντά», μας αποκαλύπτει ο ίδιος τις ανάγκες, τους φόβους και τις αντιφάσεις του.
Για να φανερωθεί ένας άνθρωπος, χρειάζεται να αισθανθεί ότι υπάρχει απέναντί του χώρος, αποδοχή και καλοπροαίρετη διάθεση, χωρίς προσποίηση. Η αγάπη τότε γίνεται μια «ρωγμή» από την οποία περνά το φως του προς εμάς, αλλά και το δικό μας προς αυτόν. Κι αν βλέπουμε σε εκείνον δυνατότητες που εκείνος δυσκολεύεται ακόμα να δει, ίσως κάποτε μπορέσει να τις αναγνωρίσει μέσα από τα δικά μας μάτια.
Έχω δει πολλούς μαθητές μου να αλλάζουν, επειδή είχαν την ευκαιρία να έρθουν κοντά. Πάτησαν γερά στα πόδια τους, επικοινώνησαν καλύτερα, καλλιέργησαν το ήθος και τις αρετές τους. Τότε αισθάνομαι ότι η στάση μου είναι σωστή. Ότι η προσπάθειά μου βρήκε πρόσφορο έδαφος.
Άλλες τόσες φορές, όμως, έχω δει να ματαιώνεται η προσπάθειά μου. Έδωσα χρόνο και ψυχική ενέργεια σε ανθρώπους που δεν το άντεχαν ή δεν το χρειάζονταν. Καταλήγω ότι, έτσι κι αλλιώς, υπάρχει προσωπικό κόστος στις σχέσεις.
Η σύνεση μας προστατεύει από την αφέλεια. Η αγάπη ανοίγει τον δρόμο για να συναντήσουμε τον άλλον. Χωρίς αγάπη μπορεί να γνωρίσουμε πολλά για έναν άνθρωπο. Δύσκολα, όμως, θα γνωρίσουμε βαθύτερα τον ίδιο. Αυτό είναι το αναπόφευκτο ρίσκο, αλλά και η ουσιαστική προϋπόθεση κάθε αληθινής συνάντησης. Εσύ τι λες;
