Πριν χρόνια μιλούσα με το φίλο μου το Σωτήρη. Είμασταν νέοι γονείς και τα παιδιά μας ήταν σε ηλικίες προσχολικές ή των πρώτων τάξεων του δημοτικού. Οι αγωνίες κοινές και τα ζόρια πάνω κάτω τα ίδια. Προσπαθούσαμε να βρούμε τρόπους να πείσουμε τα παιδιά μας να μας ακούν. Η λύση; Εκβιασμός και εξαγορά! Το λέγαμε χαριτολογώντας, και αποτελούσε ένα κοινό μας αστείο. Όμως, η αλήθεια είναι ότι περνούσε από το μυαλό μου ως πρακτική.
Τα παιδιά δεν ακούν τόσο όσα λέμε, όσο παρατηρούν το τι κάνουμε. Όταν τα εκβιάζουμε, τα μαθαίνουμε ότι οι σχέσεις είναι θέμα επιβολής. Όταν τα εξαγοράζουμε, η αγάπη και η συνεργασία μαθαίνονται ως πράξεις συναλλαγής. Και επειδή αυτά «δουλεύουν», τα παιδιά τα καταγράφουν ως κανόνες ζωής. Τα κουβαλούν μαζί τους και τα αναπαράγουν αργότερα ως ενήλικες, στις σχέσεις τους και στην κοινωνία. Και κάπου εκεί κατάλαβα ότι το θέμα είναι σοβαρότερο από όσο φαινόταν στην αρχή.
Ο εκβιασμός και η εξαγορά αποτελούν πρακτικές που εφαρμόζουν όσοι δεν εμπιστεύονται τις ικανότητές τους να πείσουν ή είναι απελπισμένοι ή επιδιώκουν πάση θυσία τον έλεγχο. Όποιος εκβιάζει ή εξαγοράζει, φοβάται την ελευθερία και την αυτονομία του άλλου.
«Αν δεν κάνεις αυτό που σου λέω, θα σου πάρω το γλειφιτζούρι!» Μια φράση που δεν είναι απλή προειδοποίηση. Είναι εκβιασμός. Και στα παιδιά φαίνεται «αποδεκτό», αλλά αποτελεί, δυστυχώς, συχνή πρακτική και στους μεγάλους.
Ο εκβιασμός είναι ενέργεια με στόχο την υποταγή σε μια απαίτηση παρά τη θέλησή μας. Μπορεί να επιτευχθεί με πίεση (βία κάποιας μορφής) ή απειλή (πρόκληση φόβου). Από την άλλη, η εξαγορά αναφέρεται στην πράξη απόκτησης της κυριότητας ή του ελέγχου πράγματος ή υπηρεσίας έναντι αντιτίμου. Στον επιχειρηματικό τομέα αποτελεί μια πρακτική δοσοληψίας, όχι απαραίτητα με αρνητικό πρόσημο. Στην καθημερινή ζωή όμως, η εξαγορά δεν αφορά πράγματα, αλλά ανθρώπους. Είναι μια πράξη πώλησης της συνείδησης έναντι ανταλλάγματος.
Ο κοινός παρονομαστής του εκβιασμού και της εξαγοράς είναι η χειραγώγηση. Μια πρακτική που αντιμετωπίζει τις σχέσεις ως πεδίο ισχύος κι όχι ως χώρο συνάντησης. Αυτές οι πρακτικές μπορεί να εκδηλωθούν καλυμμένα, με υπαινιγμούς ή υπόγειες συναλλαγές ή απροκάλυπτα με άμεσες απειλές και ανταλλάγματα. Και όπου υπάρχουν συμφέροντα, ελλοχεύει ο πειρασμός της επιβολής.
Γιατί όμως καταφεύγουμε σε αυτές τις πρακτικές; Εδώ ξεκινά το άβολο κομμάτι. Γιατί δουλεύουν! Ηθικό; Όχι! Απλά είναι ένας δρόμος για γρήγορο αποτέλεσμα. Γεννιέται εύλογα ένα κρίσιμο ερώτημα. «Και η επιβράβευση; Δεν αποτελεί μια μορφή εξαγοράς;» Εδώ χρειάζεται να κάνουμε μια σημαντική διάκριση.
Άλλο η εξαγορά και άλλο η επιβράβευση. Η εξαγορά προηγείται της πράξης και θέτει τον όρο, «κάνε αυτό για να πάρεις εκείνο». Μετατρέπει τη συμπεριφορά σε συναλλαγή και ακυρώνει σταδιακά την εσωτερική παρακίνηση. Η επιβράβευση, αντίθετα, έπεται της πράξης και λειτουργεί ως αναγνώριση, «είδα αυτό που έκανες, μπράβο!» Η επιβράβευση ενισχύει την επιθυμητή συμπεριφορά και βοηθά το παιδί να συνδέσει τη δράση του με τις συνέπειές της.
Θα μου πείτε: «Καλά τα λες, αλλά καμμιά φορά δεν γίνεται αλλιώς. Όταν είμαι κουρασμένος, πιεσμένος και έχουν στερέψει οι αντοχές, θέλω να τελειώσει το θέμα γρήγορα». Το καταλαβαίνω. Το έχω ζήσει. Ακριβώς γι’ αυτό αξίζει να δούμε τι επιλέγουμε να κάνουμε εκείνη τη στιγμή. Γιατί το τίμημα δεν είναι αμελητέο.
Όσον αφορά τα άτομα, με την εξαγορά και τον εκβιασμό, διαβρώνεται ο χαρακτήρας τους και οι σχέσεις εμπιστοσύνης μετατρέπονται σε σχέσεις ισχύος. Αντίστοιχα, στο κοινωνικό πλαίσιο το πρόβλημα που δημιουργείται είναι δομικό. Η κοινωνία υποβαθμίζεται και αποδυναμώνεται, καθώς χάνεται η εμπιστοσύνη και οι πολίτες γίνονται αδιάφοροι ή κυνικοί.
Δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς γιατί το χρησιμοποιούν όσοι πιστεύουν στο ρητό «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα». Είναι σύμφωνο με τις αξίες τους και είναι ήσυχοι με τον εαυτό τους. Η ανάγκη για έλεγχο τους κινητοποιεί και τους δίνει το «δικαίωμα» να το κάνουν. Είναι τρόπος σκέψης και φιλοσοφία ζωής. Πιστεύουν ότι οι δουλειές και οι σχέσεις αποτελούν συναλλαγές. Ας αναλογιστούμε όμως, «θέλουμε να ακολουθούμε αυτή την λογική;»
Όσο δεν υπηρετούνται αξίες, όπως το δίκαιο, η αξιοκρατία, η αλληλεγγύη και η δημοκρατία, ο εκβιασμός και η εξαγορά θα παραμένουν βασικά εργαλεία επιβολής. Δίπλα δίπλα με τη βία και το ψέμα. Ό,τι δεχόμαστε και εφαρμόζουμε στην ιδιωτική μας ζωή το βρίσκουμε μπροστά μας και στη δημόσια. Και μάλιστα θεσμοθετημένο, ψηφισμένο και επιβεβλημένο.
Εδώ είναι και το μεγάλο στοίχημα. Να μεγαλώνουμε παιδιά που αναγνωρίζουν την αγάπη χωρίς προϋποθέσεις, που γίνονται ενάρετοι άνθρωποι και υπερασπίζονται το δίκαιο. Παιδιά που σκέπτονται και δεν συμμορφώνονται, δεν συνεργάζονται και δεν εφαρμόζουν καταπιεστικές πρακτικές. Παιδιά που δεν βλέπουν την υποταγή ή την επιβολή σαν μηχανισμό επιβίωσης ή ακόμα χειρότερα ως τρόπο ζωής.
Οπότε, ποιες θα μπορούσαν να είναι οι εναλλακτικές με το παιδιά; Ας τις δούμε ως κανονικοί άνθρωποι, κουρασμένοι, πιεσμένοι και πολλές φορές στα όρια των αντοχών μας. Αρχικά, να εξηγούμε το γιατί. Η λογική «γιατί το λέω εγώ», πιθανόν να δουλέψει στις μικρές ηλικίες, αλλά φέρνει επανάσταση ή καταστέλλει την πρωτοβουλία στις μεγάλες.
Το δεύτερο είναι να τους δίνουμε επιλογές. Όχι απαραίτητα πολλές. Αλλά να είναι λογικές και το παιδί να τις καταλαβαίνει. Για παράδειγμα, «θέλεις το πράσινό ή το κόκκινο μπλουζάκι;» Λειτουργεί καλύτερα από το «βάλε αυτό που σου λέω ΤΩΡΑ!»
Τέλος, να φροντίζουμε να μεγαλώνουν σε ένα πλαίσιο. Να εξηγούμε τους κανόνες ως κάτι που οργανώνει και προστατεύει. Όχι ως κάτι που επιβάλλεται με τον εκβιασμό και την εξαγορά. Και μάλιστα αυτό το πλαίσιο να έχει πολλή αγάπη και στοργή.
Τα παιδιά μας μεγάλωσαν φίλε Σωτήρη. Με όλα τα σωστά και τα λάθη που κάναμε. Είχα πολλές θεωρίες πριν κάνω παιδιά. Η αλήθεια είναι ότι τα παιδιά μου με εκπαίδευσαν! Τώρα γνωρίζω μόνο αυτό. Όποιος αγαπάει γνήσια, ψάχνει. Και όποιος ψάχνει, τελικά βρίσκει τρόπο.
Με αγάπη
Θανάσης Παπαναστασίου
