Πόσες φορές έχεις πει «έτσι είμαι» για να κλείσεις τη συζήτηση; Ή το σκέφτηκες για να αιτιολογήσεις τον τρόπο που φέρεσαι; Το «έτσι είμαι» φαίνεται αθώο και παραπέμπει στη διάγνωση μιας αυτονόητης πραγματικότητας. Στην πραγματικότητα λειτουργεί σαν τους τέσσερις τοίχους ενός δωματίου. Μας προστατεύει, αλλά ταυτόχρονα, μας κρατά φυλακισμένους.
Στα προηγούμενα δύο άρθρα της σειράς, εξετάσαμε γιατί επιμένουμε στο «έτσι είμαι» και τι κερδίζουμε από αυτή μας τη στάση. Σε αυτό το άρθρο, ρωτώ την ερώτηση που με δυσκολεύει περισσότερο: «πώς έμαθα να είμαι έτσι;» ή πιο αιχμηρά «ποιος μου το έμαθε;»
Είναι ερωτήσεις που δεν έχουν εύκολη απάντηση. Γιατί μας φέρνουν αντιμέτωπους με πρόσωπα αγαπημένα. Γονείς. Φίλους. Δασκάλους. Συντρόφους. Το «έτσι είμαι» δηλώνει μια παγιωμένη κατάσταση. Το «έτσι κάνω», δηλώνει πράξη και είναι η αρχή της έρευνας.
Η αγωνία μου ως γονιός, και είμαι σίγουρος ότι δεν είμαι ο μόνος, είναι μία: να μην μεταφέρω τα δικά μου τραύματα στα παιδιά μου. Ξέρω ότι έκανα ό,τι μπορούσα και συνεχίζω να το κάνω. Κάποιες φορές, ξεπερνώντας τον εαυτό μου. Αδιαμφισβήτητα, όμως, έκανα και λάθη. Αυτό δεν είναι δικαιολογία. Είναι η αλήθεια. Οι περισσότεροι γονείς είμαστε τραυματισμένοι άνθρωποι που αγωνιζόμαστε να μην περάσουμε στην επόμενη γενιά αυτό που μας σημάδεψε.
Και εδώ ακριβώς συνδέεται το πώς μιλάμε με το από πού ερχόμαστε. Γιατί το να πω «συνηθίζω να κλείνομαι όταν νιώθω κριτική» αντί «είμαι εσωστρεφής», δεν είναι μόνο μια γραμματική άσκηση. Είναι ανιχνευτής. Μόλις πω «έτσι κάνω» αντί «έτσι είμαι», αμέσως ανοίγει η επόμενη ερώτηση: «Πότε το έμαθα αυτό; Πού το είδα;»
Ρωτώντας ανακαλύπτουμε την ιστορία πίσω από τις λέξεις. Ίσως μάθαμε να κλεινόμαστε για προστασία. Ίσως σωπαίναμε γιατί μας αποπαίρνανε. Μάθαμε να αντιδράμε με τρόπους που τότε μας προστάτευαν, αλλά σήμερα δεν μας υπηρετούν πλέον.
Θυμάμαι τον φόβο που με τύλιγε όταν υπήρχε ένταση στο σπίτι. Θυμάμαι την αίσθηση. Εκείνη την ανησυχία που με έκανε να πιστεύω ότι έπρεπε να μην επιβαρύνω κι άλλο τα πράγματα. Παρακολουθούσα τα πρόσωπα των μεγάλων. Προσπαθούσα να διαβάσω τις διαθέσεις τους. Διαισθανόμουν από τον τόνο της φωνής τους αν η ένταση είχε περάσει. Προσπαθούσα να λειτουργήσω πυροσβεστικά, να απαλύνω τις συγκρούσεις, να εξομαλύνω τις εντάσεις.
Έμαθα να περνώ κάτω από τα ραντάρ, αθόρυβα και εξυπηρετικά προς όλους. Για χρόνια το θεωρούσα αρετή. Μόνο αργότερα κατάλαβα το κόστος της: όσο παραμέριζα τον εαυτό μου, τόσο πιο αδύναμη γινόταν η φωνή μου. Οι δικές μου ανάγκες έμεναν στο περιθώριο.
Κοιτάζοντας στο παρελθόν, δεν βλέπω πια ένα παιδί που έκανε λάθος. Βλέπω ένα παιδί που προσπαθούσε να βρει ασφάλεια με ό,τι εργαλεία είχε τότε. Και αυτή η ματιά αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο αφηγούμαι την ιστορία μου.
Ωστόσο, η ανακάλυψη της αφετηρίας δεν φέρνει πάντα ανακούφιση. Κάποιες φορές φέρνει θυμό. Για όσα έγιναν και για όσα δεν έγιναν. Έτσι συνέβη και σε μένα. Θύμωσα για όσα χρειαζόμουν και δεν πήρα. Για χρόνια κουβαλούσα αυτόν τον θυμό σιωπηλά. Αν μείνω, όμως, εκεί, συνεχίζει να ορίζει τη ζωή μου. Η συγχώρεση είναι η απόφαση να αφήσω κάτω ένα βάρος που κουβαλώ εδώ και χρόνια.
Υπάρχει όμως κι ένα βήμα ακόμα, ίσως το πιο απαιτητικό. Μέσα μας ζει ακόμα εκείνο το μικρό παιδί που πόνεσε. Που δεν έγινε αποδεκτό, που δεν του επέτρεψαν να εκφραστεί, που έμαθε να επιβιώνει κρύβοντας τον εαυτό του. Συνεχίζει να υπάρχει και πολλές από τις συμπεριφορές που σήμερα θέλει να αλλάξει, είναι στρατηγικές επιβίωσης που ανέπτυξε κάποτε για να αντέξει.
Το λάθος που κάνουμε είναι να κρίνουμε αυτό το παιδί. Να το απορρίπτουμε. Να του λέμε «ήσουν αδύναμο», «έπρεπε να αντισταθείς», «γιατί το άφησες να συμβεί;». Αυτή η αυτοκριτική είναι η ίδια η συμπεριφορά που θέλουμε να σταματήσουμε. Δεν χρειαζόμαστε άλλη κριτική. Έχουμε πάρει αρκετή. Χρειαζόμαστε παρουσία και αγάπη.
Η αλλαγή δεν απαιτεί να είμαστε τέλειοι. Ούτε αλάθητοι. Απαιτεί θάρρος να συναντήσουμε αυτό το παιδί και αρκετή αγάπη για να το αγκαλιάσουμε. Αυτή η συνειδητοποίηση είναι το τέλος μιας διαδρομής και ταυτόχρονα η αρχή μιας καινούργιας. Από το «έτσι είμαι», στο «έτσι κάνω». Από το «έτσι κάνω», στο «έτσι έμαθα». Από το «έτσι έμαθα», στο «μπορώ να μάθω διαφορετικά». Και ίσως όλα ξεκινούν από μια απλή ερώτηση: «πότε το έμαθα αυτό;»
Με αγάπη,
Θανάσης Παπαναστασίου
